Brexit

Χωρίς τίτλο.jpg

Στην αυγή της μεταπολεμικής περιόδου ο Winston Churchill υποστήριξε την δημιουργία των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» στην οποία η Βρετανία θα «είναι μαζί με τους Ευρωπαίους, αλλά όχι μία από αυτούς» (Ζυρίχη, 19 Σεπτεμβρίου 1946).

Την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (18 Μαρτίου 1951) ακολούθησε η Συνθήκη της Ρώμης (25 Μαρτίου 1957) όπου τέθηκαν τα θεμέλια για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Το Λονδίνο όχι μόνο απείχε, αλλά ανταγωνιστικά δημιούργησε την Ζώνη των ΕΠΤΑ, μία ζώνη ελεύθερων συναλλαγών με άλλα κράτη της Ευρώπης, και σύναψε «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ. Οι Άγγλοι ποτέ δεν πίστεψαν στην ιδέα της κοινής αγοράς, θεωρώντας πως η συμμετοχή τους θα αφαιρούσε τα δικαιώματα των χωρών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.

Ακόμη και μετά την ένταξή της, υπήρξε πολύ επιφυλακτική, κατανοώντας ότι θα κατέληγε στο να παραδώσει μέρος της εθνικής της κυριαρχίας. Διαχρονικά οι Βρετανοί αρνούνται την πολιτική ολοκλήρωση και για αυτό ζητούν να εξαιρεθούν από την ρήτρα της Συνθήκης της Ρώμης, που προέβλεπε μία όλο και πιο σφιχτή ένωση. Υπό αυτό το πρίσμα, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει επιλέξει να μην συμμετέχει στην Ευρωζώνη και την Συνθήκη Σένγκεν.

Η νίκη των Συντηρητικών στις εθνικές εκλογές του Μάϊου «κλείδωσε» την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος γύρω από την παραμονή της χώρας στην ΕΕ,  στις 23 Ιουνίου 2016, αφού αποτελούσε προεκλογική δέσμευση του Πρωθυπουργού David Cameron: «Πρέπει το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει μέλος της ΕΕ ή να αποχωρήσει απο την ΕΕ;».

Το αίτημα για την έξοδο άπτεται κυρίως οικονομικών δεδομένων. Το Brexit θα δώσει ώθηση στην επιχειρηματικότητα απελευθερώνοντας τον χρηματοοικονομικό τομέα. Λειτουργώντας εκτός ΕΕ θα υπάρχει απαλλαγή από το φόρο συναλλαγών ο οποίος τίθεται σε ισχύ μέσα στο 2016. Η απουσία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών θα οδηγήσει στην άρση των περιορισμών που επιβάλλει σήμερα περιορίζοντας την αυτονομία του City. Υπολογίζεται ότι οι βρετανικές επιχειρήσεις επιβαρύνονται με πάνω από 150 εκ. λίρες ετησίως, διατηρώντας την θέση τους στην ΕΕ, ενώ από τον κρατικό προϋπολογισμό του 2015 δεσμεύτηκαν 13 δισ. λίρες, για να καταλήξουν στα κοινοτικά ταμεία. Ο απεγκλωβισμός από την κοινή αγορά θα οδηγήσει προς μεγαλύτερη ανάπτυξη μέσω του εμπορίου με τις αναδυόμενες αγορές. H ΕΕ αποτελεί τροχοπέδη για την Βρετανία επειδή επιβάλλει κανόνες στις επιχειρήσεις και κοστίζει στους Βρετανούς, χωρίς να τους ανταποδίδει αρκετά.

Η τρέχουσα μεταναστευτική και προσφυγική κρίση αποτελεί το δεύτερο πεδίο. Οι επιπτώσεις στην δημόσια ασφάλεια, στην ανεργία και στο κόστος των κοινωνικών παροχών εγείρουν ζήτημα στην ελεύθερη μετακίνηση προσώπων, που αποτελεί μία από τις τέσσερεις θεμελιώδες αρχές του κοινοτικού κεκτημένου. Η Μεγάλη Βρετανία ζητάει εξαίρεση στην μετακίνηση υπηκόων από άλλες χώρες της ΕΕ. Υπολογίζεται ότι η μετανάστευση στην Αγγλία από τα κράτη-μέλη είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτήν από τρίτες χώρες, δηλαδή περίπου το ήμισυ των μεταναστευτικών ροών. Οι ξένοι έχουν φτάσει τα 3,3 εκατομμύρια, έχοντας εισέλθει μόλις 700 χιλιάδες τα τελευταία 5 χρόνια.

Ο τρίτος παράγοντας άπτεται του αισθήματος ανωτερότητας και κύρους που διακατέχει την Μεγαλη Βρετανία, πηγάζοντας από το αυτοκρατορικό παρελθόν της. Η βρετανική διπλωματία και μέρος της πολιτικής ελίτ απρόθυμα δέχτηκε την μεταβίβαση εξουσιών σε υπερεθνικούς θεσμούς, όχι τόσο διαφανείς, καθώς και την λήψη αποφάσεων πίσω από κλειστές πόρτες για θέματα ζωτικής σημασίας από μη εκλεγμένους τεχνοκράτες αξιωματούχους των Βρυξελλών.

Το ενδεχόμενο της βρετανικής αποχώρησης έχει δημιουργήσει πανικό στην Ε.Ε. Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει δώσει εντολή στα στελέχη και τους οικονομολόγους της να μην γίνεται καμία αναφορά περί εξόδου ή περί των συνεπειών της. Το ΔΝΤ μαζί με τους οίκους αξιολόγησης Fitch, Moody’s και Standard and Poor’s έχουν αναλάβει το ρόλο να «συνετίσουν» την βρετανική κοινή γνώμη και να επηρεάσουν το  χρηματοπιστωτικό σύστημα, απειλώντας με υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας και επισημαίνοντας τις μεγάλες αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία της. Η πρόσφατη επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου Barack Obama στο Λονδίνο προκειμένου να προτρέψει τους Βρετανούς πολίτες να ψηφίσουν υπέρ της παραμονής, καταδεικνύει την σπουδαιότητα του δημοψηφίσματος, αλλά και την προσπάθεια χειραγώγησης της ψήφου των πολιτών της Γηραιάς Αλβιόνας.

Γιατί όμως η καθεστηκυία πολιτική τάξη και η οικονομική ελίτ τρέμουν στην ιδέα της αποχώρησης των Βρετανών;

Καταρχάς, η έξοδος της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας και στρατιωτικής δύναμης της Ευρώπης θα κλυδωνίσει την Ένωση των 28 που σήμερα βρίσκεται σε βαθύτατη δομική κρίση. Το δημοψήφισμα, και ειδικά στην περίπτωση που θα συνοδευτεί από τη νίκη του «Όχι», θα πιέσει τις  κυβερνήσεις να αποδεχθούν την διενέργεια δημοψηφίσματος για την παραμονή στην Ευρωζώνη, μιας και το 47% των πολιτών των 19 κρατών-μελών ζητούν την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις.

Ακόμη και αν οι Βρετανοί πολίτες αποφασίσουν την παραμονή τους, το δημοψήφισμα θα οδηγήσει στο άνοιγμα ενός αντίστοιχου διαλόγου στις περισσότερες χώρες.

Η βρετανική έξοδος θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τα εθνικιστικά κινήματα, τα οποία καλπάζουν δημοσκοπικά και εκλογικά, καθιστώντας τα κόμματα εξουσίας. Και αναπόφευκτα θα δώσει νέα ώθηση στο αίτημα για απόσχιση τόσο της Καταλονίας και της Σκωτίας. Ειδικά εφόσον οι Σκωτσέζοι αποφασίσουν υπέρ της παραμονής τους στην ΕΕ (Επίσημα το Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας έχει ταχθεί εναντίον της εξόδου).

Αυτό το οποίο ζητάει η Μεγάλη Βρετανία είναι «λιγότερη Ευρώπη».

Με τη συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου να έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ του «Ναι», η επιλογή των Βρετανών να ψηφίσουν πλειοψηφικά για την έξοδο από την ΕΕ θα ισοδυναμεί με πολιτική επανάσταση. Στον αντίποδα, οι εκφραστές του «Όχι» έχουν στο στρατόπεδό τους τον πρώην δήμαρχο του Λονδίνου Boris Johnson και τον ηγέτη του UKIP Nigel Farage που οδήγησε το κόμμα στην πρώτη θέση στις Ευρωεκλογές του 2014. Σήμερα με περίπου 50% υπέρ του Brexit φανερώνεται, αν μην τι άλλο, η αναντιστοιχία μεταξύ των σκοπών της ηγεσίας των κομμάτων και της λαϊκής βούλησης.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΑΣΙΟΣ

Πηγή

Advertisements