Η ύπαρξη του NATO δεν μπορεί να δικαιολογηθεί

https://i2.wp.com/www.strategic-culture.org/images/news/2016/07/12/or-37594.jpg

Η Δύση με την προπαγάνδα της καταβάλλει τη μέγιστη προσπάθεια για να πείσει τον κόσμο ότι – δεδομένης της αύξησης της «υπαρξιακής απειλής» που αντιπροσωπεύει η Ρωσία (με τα λόγια του αρχηγού του γενικού επιτελείου εθνικής αμύνης στρατηγού Τζόζεφ Ντάνφορντ) – μόνο η Ευρωατλαντική αλληλεγγύη μπορεί να εγγυηθεί την παγκόσμια σταθερότητα. Και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της συμμαχίας είναι επίμονα προσκολλημένοι στον ισχυρισμό τους περί του καθαρά αμυντικού του χαρακτήρα [του ΝΑΤΟ]. Ο Γενικός Γραμματέας Secretary Τζενς Στόλτενμπεργκ επανέλαβε την ιδέα αυτή άλλη μια φορά κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης συνέντευξής του στις 30 Ιουνίου:

«Το NATO είναι ένας οργανισμός συλλογικής άμυνας και έχει ευθύνη να εξασφαλίσει ότι είμαστε έτοιμοι να υπερασπιστούμε όλους τους συμμάχους… Θα πάρουμε νέες αποφάσεις για να ενισχύσουμε την άμυνα και την αποτροπή.» Ο γενικός γραμματέας επίσης δήλωσε, «Όλα τα μέτρα μας είναι αμυντικά, ανάλογα και ευθυγραμμισμένα με τις διεθνείς δεσμεύσεις μας», αλλά ότι «η αύξηση της στρατιωτικής δραστηριότητας της Ρωσίας, οι συχνές και μεγάλης κλίμακας ταχείες ασκήσεις της κοντά στα ανατολικά σύνορα του NATO και η επιθετική ρητορική της Ρωσίας είναι αποσταθεροποιητικές».

Αυτό φέρνει στο νου μια πρόσφατη δήλωση για το ίδιο θέμα από την υπουργό αμύνης της Γερμανίας, Ούρσουλα φον ντερ Λέιεν: Το ΝΑΤΟ, ισχυρίζεται, είναι «μόνο μια αμυντική συμμαχία».

Εντούτοις, οι αξιωματούχοι του NATO, παρά την προφανή πανουργία τους ή την ελλιπή κατανόηση της ιστορίας, δεν θα πρέπει να στηρίζουν τις ελπίδες τους στην άγνοια και την αμνησία του κόσμου. Πολλά έθνη (και όχι μόνο στην Ευρώπη) γνωρίζουν τα πάντα για την «αγάπη για την ειρήνη» της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας– μερικοί μελετώντας την ιστορία και άλλοι από ιδίαν εμπειρία. Είναι εύκολο να κατανοήσουμε γιατί ο εκπρόσωπος του Ρωσικού Υπουργείου Αμύνης αμέσως αντέδρασε στη δήλωση της επικεφαλής της γερμανικής στρατιωτικής υπηρεσίας:

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της αμυντικής φύσης των ενεργειών της συμμαχίας, αξίζει να ξαναδούμε τις δραματικές συνέπειες των επιχειρήσεων του NATO στη Γιουγκοσλαβία [το 1999] και τη Λιβύη [το  2011]. Μπορεί η υπουργός αμύνης Ούρσουλα φον ντερ Λέιεν να εξηγήσει σε όλον τον κόσμο από ποιόν ακριβώς αμύνονταν η συμμαχία, με τόση αυταπάρνηση και με τέτοια γενναιόδωρη χρήση πυρομαχικών;»

Παλιότερα, όταν ζούσαμε σε έναν σαφώς διπολικό κόσμο, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (Warsaw Treaty Organization, WTO) ήταν παράγοντας αποτροπής που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στο ΝΑΤΟ σε ανταγωνισμό κατά  μέτωπο. Αλλά μετά τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, το NATO άρχισε να μετασχηματίζεται σε μια δύναμη που αναλάμβανε την εξουσία σχεδόν μονομερώς να αποφασίζει ποια έθνη θα τιμωρήσει για την αποτυχία τους να ζήσουν με τα «Δυτικά πρότυπα της δημοκρατίας» και ότι η αργή, ύπουλη διαδικασία συνοδεύονταν από άφθονη πολιτική ρητορική, δημαγωγία και απόλυτη δολιότητα.

Το Καταστατικό των Παρισίων για μια Νέα Ευρώπη (Charter of Paris for a New Europe), που υιοθετήθηκε από την CSCE τον Νοέμβριο του 1990, φαίνονταν ότι θα σηματοδοτούσε το επίσημο τέλος σε μια εποχή σύγκρουσης και διαίρεσης. «Η ασφάλεια δεν είναι διαιρέσιμη», δήλωνε το καταστατικό, «και η ασφάλεια κάθε συμμετέχουσας χώρας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη μια όλες τις άλλες. Επομένως, δεσμευόμαστε να συνεργαστούμε προς την ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ασφάλειας».

Αυτή η συναρπαστική ρητορική αντικατοπτρίστηκε στη Διακήρυξη της Ρώμης του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου τις 7-8 Νοεμβρίου 1991, η οποία διαβεβαιώνει ότι «ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά» και ότι η ασφάλεια στην Ευρωατλαντική περιοχή βελτιώθηκε σημαντικά συγκρινόμενη με τις προηγούμενες τέσσερις δεκαετίες. Αυτοί που παρακολούθησαν εκείνη τη συνεδρίαση αναγνώρισαν ακόμη ότι «οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουμε σ’ αυτή τη νέα Ευρώπη δεν μπορούν να λυθούν συνολικά από έναν θεσμό μόνο… Συνεπώς, εργαζόμαστε προς μια νέα αρχιτεκτονική ευρωπαϊκής ασφάλειας στην οποία το NATO, η CSCE, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η WEU και το Συμβούλιο της Ευρώπης αλληλοσυμπληρώνονται».

Φυσικά το Σύμφωνο της Βαρσοβίας δεν περιλαμβάνεται σε εκείνους τους οργανισμούς, επειδή εκείνη η στρατιωτική συμμαχία των πρώην σοσιαλιστικών χωρών διαλύθηκε στις 31 Μαρτίου 1991. Αλλά οι πρώην χώρες μέλη του δεν πήγαν πουθενά και οι προσπάθειες να τους «φέρουν μέσα» άρχισαν αρκετά αθώα – να τις μυούν στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας (North Atlantic Cooperation Council, NACC), το οποίο ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Στην αρχή το συμβούλιο εκείνο ενσωμάτωσε τις χώρες του NATO καθώς και άλλες εννέα χώρες στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Κατόπιν, τον Μάρτιο του 1992, όλες οι χώρες της CIS έγιναν μέλη του NACC και η Γεωργία και η Αλβανία προστέθηκαν τον Ιούνιο. Οι δυτικοί ηγέτες, απολαμβάνοντας τη νίκη τους στον Ψυχρό Πόλεμο, «διακριτικά» απέφευγαν μια προφανή ερώτηση: Αν το Σύμφωνο της Βαρσοβίας είχε διαλυθεί, γιατί χρειάζονταν να διατηρηθεί η Βορειοατλαντική συμμαχία;

Οι ηγέτες του NATO δήλωναν ότι το NACC είχε ως σκοπό να θέσει τα θεμέλια για τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης. Για να το καταφέρει αυτό, η συμμαχία άρχισε να παρέχει πρακτική βοήθεια στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες για να τις βοηθήσει να λύσουν τις προκλήσεις της «μεταβατικής τους περιόδου». Η δουλειά των ηγετών της συμμαχίας έγινε ευκολότερη με τις διαδικασίες διακυβέρνησης του NACC, οι οποίες είχαν εγκριθεί πολύ νωρίτερα και με προσεκτικό σκοπό: Τα μέλη του ήταν κυρίως χώρες του NATO και δεν υπήρχε διαδικασία αποφάσεων βασισμένη στην αρχή της γενικής συναίνεσης. Σήμερα είναι σαφές ότι έτσι τέθηκαν τα θεμέλια για τη διαδικασία της μετάβασης των χωρών αυτών (όχι μόνον των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, αλλά επίσης και των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών) στα δυτικά πολιτικά και στρατιωτικά πρότυπα.

Το πιο σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή ήταν η πρωτοβουλία του NATO να μυήσουν τις χώρες του NACC σε ένα νέο πρόγραμμα συνεργασίας, την Εταιρική Σχέση για την Ειρήνη (Partnership for Peace, PfP), που είχε σχεδιαστεί στις ΗΠΑ και τις οποίας ενεργοί υποστηρικτές περιελάμβαναν τον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι και τον Χένρι Κίσινγκερ. Οι επίσημοι στόχοι του περιελάμβαναν «τη διευκόλυνση της διαφάνειας στον σχεδιασμό της εθνικής άμυνας και τη διαδικασία της κατάρτισης του προϋπολογισμού» και «τη διατήρηση της ικανότητας και της ετοιμότητας να συμβάλλει στις επιχειρήσεις υπό την εξουσία των Ηνωμένων Εθνών ή/και την ευθύνη του OSCE», κλπ. Αλλά στην πραγματικότητα, το πρόγραμμα έπαιξε κεντρικό ρόλο στη μετακίνηση της συμμαχίας προς τα ρωσικά σύνορα.

Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (που ήταν μετά οι πρώτες που γέμισαν τις τάξεις του NATO) βοήθησαν ενεργά τους υποστηρικτές της προς Ανατολάς επέκτασης της συμμαχίας να μετατρέψουν την PfP από τη θέση της ως μια εναλλακτική στην επέκταση του NATO σε μια «αίθουσα αναμονής» για τα μελλοντικά μέλη του. Από τον Οκτώβριο του 1991 μάλιστα, οι υπουργοί εξωτερικών της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας εξέφρασαν την επιθυμία των χωρών τους να λάβουν πρακτικό μέρος στη δουλειά της συμμαχίας. Η πρωτοβουλία αυτή βρήκε υποστήριξη τον Δεκέμβριο του 1991 σε μια συνεδρίαση του NACC που παρακολούθησαν 16 χώρες του NATO και εννέα χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Το ξεδίπλωμα του προγράμματος PfP σηματοδότησε τη μετάβαση σε απευθείας διμερείς στρατιωτικές επαφές με τη συμμαχία.

Αυτό δείχνει σαφώς ότι οι ηγέτες στη Δύση ψεύδονταν επαίσχυντα όταν υπόσχονταν ότι δεν θα επεκτείνουν τη συμπερίληψη μελών του ΝΑΤΟ και αποκαλούσαν το νέο κράτος της Ρωσίας «συνεργάτη» τους. Αν και ο πολιτικός διάλογος έκανε κάποια προσαρμογή για τη Ρωσία, αυτό δεν σήμαινε την αποκήρυξη της διατήρησης της στρατιωτικής δομής της συμμαχίας, ούτε της προέλασής της προς τα ανατολικά.

Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα προς την εδαφική επέκταση του ΝΑΤΟ ήταν η απόφαση να δεχθούν την άρτι επανενωθείσα Γερμανία στους κόλπους του. Τα επόμενα χρόνια είδαν τρία κύματα επέκτασης, ως αποτέλεσμα των οποίων εννέα χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης εισήλθαν στη συμμαχία, καθώς επίσης και τρεις πρώην σοβιετικές βαλτικές δημοκρατίες. Άλλες δώδεκα χώρες είναι μέλη του Σχεδίου Δράσης για Συμμετοχή Μελών (Membership Action Plan), περιλαμβανομένης της Γεωργίας και της Ουκρανίας. Η νέα (2010) έκδοση της Στρατηγικής Ιδέας του ΝΑΤΟ ευθέως επιβεβαίωνε τη δέσμευσή του για να επεκτείνει τη συμμαχία – ο καλύτερος τρόπος για την επιτυχία του «σκοπού μας για μια Ευρώπη ολόκληρη και ελεύθερη που να μοιράζεται κοινές αξίες».

Με δεδομένο αυτό το γενικό πλαίσιο, ο Τσακ Χάγκελ, που ήταν επικεφαλής του Πενταγώνου την εποχή εκείνη, έριχνε ξεκάθαρα το γάντι όταν ισχυρίζονταν ότι η συμμαχία «πρέπει να αντιμετωπίσει την αναθεωρητική Ρωσία – με τον σύγχρονο και ικανό Στρατό της – στο κατώφλι του ΝΑΤΟ».

Οι ιδρυτές της συμμαχίας έχουν χαράξει μια πορεία που περιλαμβάνει περισσότερα από την αριθμητική επέκταση του μητρώου των μελών της. Ακόμη και η Στρατηγική Σύλληψη του 1991 ήταν ριζωμένη στην ιδέα της διεύρυνσης της αποστολής του ΝΑΤΟ πέρα από τα σύνορα της προηγούμενης δικαιοδοσίας του, η οποία σύμφωνα με τη Συνθήκη της Ουάσιγκτον περιελάμβανε τα εδάφη των χωρών μελών και την περιοχή του Βορείου Ατλαντικού βορείως του Τροπικού του Καρκίνου – με γεωγραφικό πλάτος 23°26′ μοίρες βόρεια του Ισημερινού. Η διεύρυνση αυτή της αποστολής του επίσης οδήγησε στην ανάγκη για μια νέα σύλληψη για την άμυνα, διότι τώρα ο σκοπός είναι να υπεραμυνθούν όχι μόνον των εδαφών των συμμάχων τους αλλά επίσης και των συμφερόντων τους. Η προαναφερθείσα Στρατηγική Σύλληψη του 2010 περιελάμβανε την παρατήρηση ότι «η Συμμαχία δέχεται επίδραση και μπορεί επίσης και να επιδράσει στις πολιτικές και αμυντικές εξελίξεις πέρα από τα σύνορά της», το οποίο βασικά αποδεικνύει ότι η συμμαχία προσπαθούσε να διεκδικήσει έναν παγκόσμιο χώρο. Στην πραγματικότητα, το έγγραφο εκείνο απλώς αντικατόπτριζε την από μακρόν εγκαθιδρυμένη πρακτική της χρησιμοποίησης των συμμαχικών δυνάμεων για να παρεμβαίνει σε γεγονότα εντός περιοχών πολύ απομακρυσμένων από αυτό που κάποτε ήταν η δηλωμένη του δικαιοδοσία – όπως στη Γιουγκοσλαβία, στη Λιβύη ή στο Αφγανιστάν και τώρα στην Ουκρανία.

Οποιαδήποτε εξέταση της εβδομηντάχρονης σχεδόν ιστορίας της συμμαχίας παρέχει αποδείξεις ότι ο πρωταρχικός της σκοπός της – όπως το έθεσε ο πρώτος γενικός γραμματέας της, ο Λόρδος Λάιονελ Ισμέι της Βρετανίας: «Να κρατήσει τους Ρώσους απ’ έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω» – έχει παραμείνει θεμελιωδώς απαράλλακτος, παρά τον εγγενή σαρκασμό του αξιώματος αυτού. Μόνο που η Σοβιετική Ένωση έχει τώρα αντικατασταθεί από τη Ρωσία.

Ο πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας το παρατήρησε αυτό άλλη μια φορά στην ομιλία του της 30ης Ιουνίου σε ένα συνέδριο πρέσβεων της Ρωσίας και εκπροσώπων διεθνών οργανισμών. «Η αντιρωσική στάση του ΝΑΤΟ είναι εσκεμμένως θρασεία σήμερα. Η συμμαχία δεν εξετάζει μόνο τη συμπεριφορά της Ρωσίας σε  μια προσπάθεια να τεκμηριώσει την ίδια της τη νομιμοποίηση και τη λογική της ύπαρξής της, αλλά κάνει ουσιώδη, συγκρουσιακά βήματα εναντίον μας», δήλωσε ο Πούτιν.

Υπό τις συνθήκες αυτές, άλλη μια δήλωση που έγινε από τον επικεφαλής της χώρας κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ στην Αγία Πετρούπολη φαίνεται κρίσιμα σημαντική. Σχολιάζοντας την ενεργό βοήθεια που δόθηκε στο καθεστώς του Κιέβου από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δήλωσε «Κατά τη γνώμη μου, αυτό γίνεται, μεταξύ άλλων, για να δικαιολογήσει την ύπαρξη του βορειοατλαντικού μπλοκ. Χρειάζονται έναν εξωτερικό αντίπαλο, έναν εξωτερικό εχθρό – αλλιώς γιατί να είναι απαραίτητος ένας τέτοιος οργανισμός; Δεν υπάρχει Σύμφωνο της Βαρσοβίας, δεν υπάρχει Σοβιετική Ένωση – εναντίον ποίου κατευθύνεται;»

Ο πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας προειδοποίησε ότι αν συνεχίσουμε να ακολουθούμε το μονοπάτι της λογικής αυτής, αναφλέγοντας τις εντάσεις και πολλαπλασιάζοντας τις προσπάθειές μας να τρομάξουμε ο ένας τον άλλον, τελικώς θα βρεθούμε αντιμέτωποι με έναν Ψυχρό Πόλεμο. Αλλά, ισχυρίστηκε, «Η δική μας λογική είναι εντελώς διαφορετική. Επικεντρώνεται στη συνεργασία και την αναζήτηση συμβιβασμού».

Ο έχων ώτα, ακουέτω.

Πηγή

 

 

Advertisements