ΑΝΑΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ: Ο ισλαμιστής Ερντογάν εναντίον του ισλαμιστή Γκιουλέν

ΑΝΑΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ: Ο ισλαμιστής Ερντογάν εναντίον του ισλαμιστή Γκιουλέν

Ο Ρετζέμπ Ταγίπ Ερντογάν έχει καταστήσει υπεύθυνο του πρόσφατου αποτυχημένου πραξικοπήματος στην Τουρκία τον Φετουλάχ Γκιουλέν χωρίς να υπάρχει προς τούτο καμία απόδειξη, αφού είναι βέβαιο ότι οι πραξικοπηματίες ανήκουν στον πυρήνα του κεμαλικού κατεστημένου των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Ο Τούρκος πρόεδρος άδραξε την ευκαιρία που του έδωσε το αποτυχημένο πραξικόπημα για να ξεκινήσει ένα πογκρόμ εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων, μεταξύ των οποίων οι κυριότεροι είναι οι οπαδοί του Γκιουλέν, του πρώην συνοδοιπόρου του Ερντογάν. Ο Γκιουλέν είναι για τον Τούρκο πρόεδρο ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του τουρκικού κράτους, κάτι που δεν συνέβη πρόσφατα και επειδή ο Ερντογάν κατέστησε υπεύθυνο του πραξικοπήματος τον πρώην ισλαμιστή συνοδοιπόρο του.

Η ιστορία μεταξύ των δυο ισλαμιστών ξεκινά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ο Ερντογάν έκανε τα πρώτα βήματα του στην τουρκική πολιτική σκηνή εκλεγόμενος δήμαρχος Κωνσταντινούπολης. Οι δυο άνδρες από τότε ήταν συναγωνιστές και φίλοι στο κόμμα AKP, που στόχο είχε την κατάκτηση της εξουσίας και την εγκαθίδρυση ενός ισλαμιστικού κρατικού προτύπου στην Τουρκία.

Ο Γκιουλέν γεννήθηκε το 1941 σε ένα χωριό κοντά στην πόλη Ερζουρούμ της Ανατολίας. Από μικρός ήθελε να γίνει ιεροκήρυκας όπως ήταν και ο πατέρας του, κάτι που κατάφερε σε νεαρή ηλικία αφού ανέλαβε ως εικοσαετής καθήκοντα ιμάμη σε τζαμί της Σμύρνης, όπου και κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποκτήσει την φήμη ενός χαρισματικού ισλαμιστή ρήτορα. Ο Γκιουλέν πρεσβεύει ένα σουνιτικό Ισλάμ με σαλαφιστικές επιρροές και υπό αυτή την έννοια και υπό την οπτική γωνία του δογματικού παρασκηνίου η φιλία του με τον Ερντογάν θα έπρεπε να προκαλεί ερωτηματικά και εντύπωση, διότι ο Ερντογάν ανήκει στο κίνημα Μιλί Γκιορούς (Milli Görüş) το οποίο αποσπάστηκε από τον σαλαφισμό λόγω των διαφορετικών αντιλήψεων περί της άσκησης της πολιτικής εξουσίας και της εξωτερικής πολιτικής.

Πάντως κοινό χαρακτηριστικό του σαλαφισμού και του κινήματος Milli Görüş είναι η απόλυτη αντιπαλότητα και εχθρότητα με το κοσμικό-κεμαλικό κρατικό σύστημα της Τουρκίας. Εξ άλλου θα πρέπει να ενθυμούμαστε ότι ο πρώτος που επιδοκίμασε και υποστήριξε τους σαλαφιστές του Μόρσι στην Αίγυπτο, όταν αυτοί με την βοήθεια του κινήματος «αραβική άνοιξη» απομάκρυναν την κοσμική κυβέρνηση του Μουμπάρακ και ανήλθαν στην εξουσία, ήταν ο Ερντογάν.

Στο σημείο αυτό θεωρούμε επιβεβλημένο να αναφερθούμε στις βασικές έννοιες «σαλαφισμός» και «βαχαμπισμός» έτσι ώστε να μην υφίστανται από τον αναγνώστη οποιασδήποτε μορφής ερωτηματικά. Οι σαλαφιστές και οι βαχαμπιστές (ή ουαχαμπιστές) ανήκουν στο σουνιτικό δόγμα του μουσουλμανισμού. Υπάρχουν όμως κάποιες διαφορές μεταξύ των δυο πιο ριζοσπαστικών αυτών ομάδων του σουνιτικού Ισλάμ, του Σαλαφισμού και του Βαχαμπισμού.

Οι σαλαφιστές πιστεύουν ότι για την αναμόρφωση και συνέχιση της θρησκείας και των πεποιθήσεων τους οι σημερινοί μουσουλμάνοι πρέπει να απευθυνθούν στην πρώιμη περίοδο του Ισλάμ (σαλάφ σημαίνει το παρελθόν ή το προηγούμενο). Ο όρος βαχαμπισμός εκπορεύεται και εδράζεται στον σεΐχη Μοχάμεντ μπιν Αμπντέλ  Βαχάμπ, τον ιδρυτή αυτού του δόγματος που είναι σήμερα η κυρίαρχη θρησκεία της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Κάιντα.  

Ο σαλαφισμός είναι ένα κίνημα που καλεί τους Μουσουλμάνους να επιστρέψουν στο Ισλάμ του σαλάφ, δηλαδή στο Ισλάμ των παραδόσεων, καθώς θεωρεί ότι η ταχύτητα εξάπλωσης του Ισλάμ της πρώιμης εποχής οφείλεται στην πνευματική  καθαρότητα των ανδρών που το διέδιδαν, κάτι που έχει χαθεί λόγω της πολιτιστικής μόλυνσης που προκαλείται από άλλες κοινωνίες και από διαφορετικές πολιτιστικές ιδιαιτερότητες, και το πλέον σημαντικό κάτι που έχει χαθεί λόγω της  αποσύνδεσης του Ισλάμ από τις πηγές του που είναι το Κοράνι και τα άλλα ιερά κείμενα (Χαντίθ, Σούνα). Ο σαλαφισμός θεωρεί στοιχεία όπως η δημοκρατία, ο κομμουνισμός, ο καπιταλισμός ή άλλα σύγχρονα κοινωνικά συστήματα ως επικίνδυνα και επιβλαβή στοιχεία για το Ισλάμ. Ο σαλαφισμός είναι μια φονταμενταλιστική πίστη του Ισλάμ η οποία επιδιώκει την επιστροφή στις ρίζες του ένδοξου παρελθόντος του χρησιμοποιώντας όλα τα ενδεδειγμένα μέσα, της δολοφονίας, της βίας και της τρομοκρατίας μη εξαιρουμένης.

Ο ακρογωνιαίος λίθος του βαχαμπισμού είναι επίσης η βία, η δολοφονία και η τρομοκρατία. Ο Αμπντέλ Βαχάμπ και οι μαθητές του ήταν σαλαφιστές οι οποίο ξεκίνησαν να κηρύττουν τον σαλαφισμό στην Αραβική Χερσόνησο με στόχο να επιστρέψουν οι Μουσουλμάνοι στις πρακτικές των πρώτων αιώνων του Ισλάμ. Τα κείμενα Κιτάμπ και Ταβχίντ του σεΐχη Βαχάμπ αποτελούν σήμερα βασική βιβλιογραφία των σαλαφιστών και αναφέρονται συχνότατα στα ιεροδιδασκαλεία τους. Ο Αμπντέλ Βαχάμπ διατεινόταν και κατηγορούσε τους άλλους μουσουλμάνους ότι μόνο όσοι ακολουθούν τις διδασκαλίες του είναι αληθινοί και πραγματικοί πιστοί του Ισλάμ, διότι μόνο αυτός εξακολουθεί να ακολουθεί την οδό που χάραξε ο Αλλάχ. Κατηγορώντας κάποιον ότι δεν είναι αληθινός μουσουλμάνος είναι σημαντικό, επειδή το Κοράνι απαγορεύει να σκοτώσει ένας μουσουλμάνος άλλον ομόθρησκό του. Αλλά αν κάποιος δεν είναι πραγματικός μουσουλμάνος η θανάτωση του σε πόλεμο ή δια τρομοκρατικής πράξεως γίνεται νόμιμη και δεν τιμωρείται με βάση το Κοράνι. Ουδόλως πρέπει να υποτιμηθεί η σπουδαιότητα αυτής της αρχής του Βαχαμπισμού για τους σύγχρονους εξτρεμιστές και τρομοκράτες του Ισλάμ και σε σχέση με τον συμμοριτοπόλεμο στην Συρία και το Ιράκ.

Ο Σαλαφισμός και ο Βαχαμπισμός είναι μεν δυο ξεχωριστά κινήματα, αλλά και τα δυο πρεσβεύουν το φονταμενταλιστικό σουνιτικό Ισλάμ, απορρίπτουν τις σύγχρονες κοινωνικές και πολιτικές επιρροές και είναι υπέρ της φονταμενταλιστικής ερμηνείας του Κορανίου. Διασταυρώνονται και τα δυο κινήματα στην ιδέα του πανισλαμισμού και στην επικράτηση του με όλα τα μέσα στις μη μουσουλμανικές κοινωνίες.

Στην δεκαετία του 1990 η πολιτική άνοδος του Ερντογάν ήταν ασταμάτητη, χάριν της βοήθειας που του παρείχε ο Γκιουλέν μέσω των κηρυγμάτων στα τζαμιά της επιρροής του. Χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι ένα απόφθεγμα του Ερντογάν από ομιλία του, ένα απόφθεγμα που έχει δανειστεί από τον ισλαμιστή ποιητή Ζιγιά Γκιοκάλπ (Ziya Gökalp): «Η δημοκρατία είναι ένα τρένο στο οποίο έχουμε επιβιβαστεί για να κατακτήσουμε την εξουσία. Τα τζαμιά είναι τα στρατόπεδα μας, οι μιναρέδες οι λόγχες μας, οι θόλοι τα κράνη μας και οι πιστοί είναι οι στρατιώτες μας». Ο Ερντογάν λοιπόν πριν από περίπου 20 χρόνια ήδη είχε προαναγγείλει με ακρίβεια τι σκόπευε να πράξει ανερχόμενος στην εξουσία και στο ύπατο αξίωμα της Τουρκίας. Η αναφορά των στίχων του προαναφερθέντος ποιήματος έστειλαν τον Ερντογάν στην φυλακή για 10 μήνες, με την κατηγορία της ισλαμιστικής δημαγωγίας από το τότε πανίσχυρο κεμαλικό κράτος. Κατηγορίες συστηματικής αποσταθεροποίησης του τουρκικού κράτους αντιμετώπισε την ίδια περίοδο και ο Γκιουλέν, κάτι που τον ανάγκασε να διαφύγει στις ΗΠΑ όπου και ζει μέχρι των ημερών μας.

Ο Γκιουλέν συνέχισε από τις ΗΠΑ να εξαπλώνει το ισλαμιστικό του δίκτυο στην Τουρκία, ένα δίκτυο που φέρει τον τίτλο Χιζμέτ (Hizmet σημαίνει προσφορά). Το δίκτυο Hizmet περιλαμβάνει σχολεία, φροντιστήρια για τις ανώτατες σχολές, νοσοκομεία και ιατρεία, εφημερίδες και τηλεοπτικούς σταθμούς. Μέσω αυτού του δικτύου ανδρώθηκε πολιτικά ο Ερντογάν και κατάφερε το κόμμα του AKP να κατακτήσει την εξουσία και να παραμείνει σε αυτή από το 2003 έως σήμερα, με τον ίδιο να διατελεί  πρωθυπουργός και πρόεδρος της Τουρκίας.

Οι πρώτες διαφορές μεταξύ των δυο ισλαμιστών έγιναν αισθητές το 2010, όταν ο Ερντογάν θέλησε να διασπάσει τον αποκλεισμό της Γάζας από το Ισραήλ με το γνωστό επεισόδιο του πλοιαρίου Μαβί Μαρμαρά. Ο Γκιουλέν καταδίκασε από τις ΗΠΑ αυτή την ενέργεια της Άγκυρας με αποτέλεσμα ο Ερντογάν να αντιδράσει απολύοντας από τon κρατικό μηχανισμό οπαδούς του δικτύου Hizmet. Κατά την διάρκεια ταραχών και διαδηλώσεων εναντίον του Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη, γνωστές και ως κίνημα Γκεζί (Gezi), οι οπαδοί του Γκιουλέν κατηγορήθηκαν ότι συμμετείχαν ενεργά στις ταραχές, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα και πάλι διώξεις εναντίον τους.

Την ίδια περίοδο είδαν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες του δικτύου Hizmet στοιχεία για ένα τεράστιο οικονομικό σκάνδαλο της οικογένειας Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος κατηγόρησε τον Γκιουλέν για συνωμοσία και ακολούθησε μια μαζική απομάκρυνση οπαδών του από την αστυνομία, το δικαστικό σώμα και από τον υπόλοιπο δημόσιο τομέα. Μετά τις προεδρικές εκλογές του 2014 και τις βουλευτικές του 2015 ο Ερντογάν συνέχισε τις διώξεις εναντίον των οπαδών του Γκιουλέν, με συλλήψεις στελεχών του και αφαίρεση αδείας λειτουργίας από εφημερίδες και τηλεοπτικούς σταθμούς του δικτύου Hizmet.

Το πλήρες ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον Γκιουλέν επήλθε με το πρόσχημα του αποτυχημένου πραξικοπήματος, το οποίο ο Ερντογάν σκοπίμως το χρέωσε στον πιο ισχυρό του εσωτερικό αντίπαλο. Σύμφωνα με πληροφορίες 10.000 οπαδοί και μέλη του δικτύου Hizmet συνελήφθησαν και περίπου 60.000 απολύθηκαν από τον κρατικό μηχανισμό, αν και ο Γκιουλέν καταδίκασε το πραξικόπημα και δήλωσε ότι θα ήταν αδύνατο να υποστηρίξει ως ισλαμιστής τους κεμαλικούς πραξικοπηματίες.

Ο Ερντογάν στον δρόμο του προς την απολυταρχική εξουσία τύπου «χαλιφάτου» κατάφερε να εξουδετερώσει με πρόσχημα το πραξικόπημα έναν ισχυρό αντίπαλο του ιδίου ισλαμιστικού βεληνεκούς. Όμως ο Γκιουλέν παραμένει στις ΗΠΑ απ’ όπου μπορεί να κινεί τα νήματα σύμφωνα και με τις επιταγές αυτών που τον φιλοξενούν. Η νίκη  επί των εσωτερικών του αντιπάλων ενσταλάζει στον Ερντογάν την πεποίθηση επιτυχίας και δύναμης, ασχέτως αν το φάντασμα ενός επομένου πραξικοπήματος πλανάται πάνω του.

Γ. Λιναρδής 

Advertisements