Το πετρέλαιο ως διαπραγματευτικό μέσο για την εξουσία στη Λιβύη

https://i1.wp.com/journal-neo.org/wp-content/uploads/2016/09/27042016_libya_oil_tanker-300x169.jpg

Στις 11 και 12 Σεπτεμβρίου 2016, ο στρατός της Λιβύης υπό τη διοίκηση του Στρατηγού Καλίφα Χαφτάρ, πήρε υπό τον έλεγχό του τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της «Ημισελήνου του Πετρελαίου» στις παράλιες περιοχές της Μεσογείου από τις οποίες περνά ο κύριος όγκος του πετρελαίου της χώρας (Zawiya, Ras Lanuf, Sidra, Zueitina, Mersa Brega).

Τον περασμένο Ιούλιο, η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό την ηγεσία του F.Sarraj συμφώνησε με την επονομαζόμενη «Φρουρά των Πετρελαϊκών Εγκαταστάσεων» να προστατεύσει η δεύτερη επ’ αμοιβή τις εγκαταστάσεις φόρτωσης του πετρελαίου. Η κυβέρνηση σχεδίαζε να εξασφαλίσει την ασφάλεια του τερματικού σταθμού και να ξαναγεμίσει τα ταμεία της ξαναρχίζοντας τις εξαγωγές πετρελαίου. Εντούτοις, η «Φρουρά» δεν τήρησε τη συμφωνία ζητώντας μεγαλύτερα ποσά. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή και μεταφορά του πετρελαίου μέσω των λιμένων της Λιβύης υποχώρησε στο επίπεδο μεταξύ 200-290 χιλιάδων βαρελιών την ημέρα. Υπόψιν ότι όταν ο Καντάφι ήταν στην εξουσία η Λιβύη παρήγαγε 1,65 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Από αυτά, τα 1,3 εκατομμύρια εξάγονταν φέρνοντας την παραγωγή της Λιβύης στο ίδιο επίπεδο με το Κουβέιτ, το Κατάρ ή το Μεξικό.

Ολόκληρος ο κλάδος του πετρελαίου τώρα έχει ουσιαστικά περιέλθει στον έλεγχο του Λιβυκού Στρατού. Ο (αρχιστράτηγος πλέον) Χαφτάρ ελέγχει τα πέντε από τα έξι μεγάλα τερματικά, ενώ το ISIS ελέγχει εκείνο στη Σύρτη. Ταυτόχρονα η Διοίκηση του Λιβυκού Στρατού έχει εγγυηθεί την υλοποίηση όλων των προμηθειών πετρελαίου που έχει υπογράψει η Λιβύη τόσο για τους εγχώριους πελάτες όσο και για εξαγωγές. Την απόφαση αυτή έχει υποστηρίξει το Κοινοβούλιο που εδρεύει στο Τομπρούκ, διεθνώς αναγνωριζόμενο ως το κοινοβουλευτικό σώμα της χώρας. Ως πρόεδρος του κοινοβουλίου, ο Αγκουίλα Σαλέχ είπε προς υποστήριξη των ενεργειών του στρατηγού Καλίφα Χαφτάρ: «Η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίων (NOC) της Λιβύης θα συμμορφωθεί με τις υπάρχουσες υποχρεώσεις και τα συμβόλαια με τις εγχώριες και τις ξένες εταιρείες.»

Όπως προκύπτει από τη δήλωση της ίδιας της Εθνικής Εταιρείας Πετρελαίων της Λιβύης, μέχρι το τταλος του 2016, οι αρχές στα ανατολικά της χώρας σχεδιάζουν να αυξήσουν την παραγωγή του μαύρου χρυσού στις 950 χιλιάδες βαρέλια την ημέρα μέσα σε ένα μήνα.

Βέβαια, η ανάκτηση των τερματικών του πετρελαίου δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Πρέπει ακόμη να πείσουν τις εταιρείες της Δύσης να επιστρέψουν στη χώρα. Και αυτό απαιτεί ισχυρή κυβέρνηση και σταθερότητα. Μετά την αναρχία που επήλθε στη χώρα το 2011, οι περισσότερες ξένες εταιρείες αναγκάστηκαν να σταματήσουν την παραγωγή εντελώς ή να μειώσουν δραστικά τον όγκο της. Μόνον οι πιο τολμηρές παρέμειναν, περιλαμβανομένης της ιταλικής ENI (Ente Nazionale Idrocarburi) και της αμερικανικής ConocoFillips, ενώ η γαλλική TOTAL, η Royal Dutch Shell και η Marathon Oil έκλεισαν σχεδόν όλες τις εγκαταστάσεις τους και απέσυραν το προσωπικό τους από τη χώρα.

Εκ πρώτης όψεως, η ανάκτηση του ελέγχου της κύριας βιομηχανικής υποδομής της χώρας θα έπρεπε να καλωσοριστεί από τον πολιτισμένο κόσμο. Αλλά τίποτε δεν έγινε.

Σε μια κοινή δήλωση, στις 12 Σεπτεμβρίου 2016, οι αντιπρόσωποι των ΗΠΑ, Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Ισπανίας και Ηνωμένου Βασιλείου κάλεσαν τις δυνάμεις του Καλίφα Χαφτάρ να εγκαταλείψουν τα λιμάνια του πετρελαίου που είχαν καταλάβει μια μέρα πριν: «Τονίσουμε στις οπλισμένες ομάδες που εισβάλλουν στην περιοχή της Ημισελήνου του Πετρελαίου να αποσυρθούν αμέσως άνευ όρων.»

Ο Ειδικός Εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και Επικεφαλής της Αποστολής Υποστήριξης στη Λιβύη (UNSMIL), Μάρτιν Κόμπλερ, απηχούσε τα ίδια συναισθήματα. Στις 13 Σεπτεμβρίου, στη συνάντηση του Συμβουλίου Ασφαλείας στη Νέα Υόρκη, εξέφρασε ανησυχία για την κατάληψη των τερματικών του πετρελαίου στη Βόρεια Λιβύη: «Φοβόμουν ότι θα συνέβαινε αυτό. Τέτοιες εξελίξεις εμποδίζουν τις εξαγωγές του πετρελαίου, στερούν τη Λιβύη από τη μόνη πηγή εισοδήματος και αυξάνουν τον διχασμό στη χώρα.» Σύμφωνα με τον Κόμπλερ, το Λιβυκό πετρέλαιο θα έπρεπε να εξάγεται αποκλειστικά υπό τον έλεγχο της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και το Προεδρικό Συμβούλιο, που είναι η μόνη νόμιμη αρχή στη χώρα.

Ο Ειδικός Εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα είπε ότι η Λιβύη είναι μια χώρα πλούσια σε φυσικές πηγές, αλλά η «οικονομία της βαδίζει προς την ολοκληρωτική κατάρρευση.» Σύμφωνα με αυτόν, οι μισθοί, οι κοινωνικές παροχές και τα επιδόματα αποτελούν τώρα σχεδόν ολόκληρο τον προϋπολογισμό, ο οποίος εμφανίζει έλλειμμα 75%.

Τι ήταν αυτό που εξόργισε τη Δύση τόσο πολύ; Πολύ απλά, η επανάκτηση από τον Καλίφα Χαφτάρ του ελέγχου των τερματικών πετρελαίου μετατοπίζει την ισορροπία στον αγώνα για την εξουσία στη χώρα εντελώς προς το μέρος του, ειδικά καθώς απολαμβάνει της υποστήριξης του νομίμως εκλεγμένου κοινοβουλίου. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση του F.Sarraj’s και του ανωτέρω αναφερόμενου Προεδρικού Συμβουλίου, που υποστηρίζεται από τη Δύση για να προστατέψει τα συμφέροντά της (της Δύσης) μένει στην πραγματικότητα πάμφτωχη.

Ο ίδιος ο Κόμπλερ είναι ανειλικρινής όταν αναφέρεται στους θεσμούς αυτούς ως τους μόνους νόμιμους. Το κοινοβούλιο στο Τομπρούκ όμως είναι πιο νόμιμο από την κυβέρνηση του F.Sarraj καθώς είναι εκλεγμένο από τον Λιβυκό λαό. Από την άλλη μεριά, η Κυβέρνηση και το Προεδρικό Συμβούλιο είναι προϊόν της προφανώς ατελούς Συμφωνίας του Σχιράτ της 17ης Δεκεμβρίου 2015, αν και εγκρίνεται από τη διεθνή κοινότητα, καθώς δεν υποστηρίχτηκε από τις ισχυρές δημόσιες και πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο δεν έχει ψηφίσει για τη μεταβίβαση της εξουσίας στην κυβέρνηση, η οποία κυβέρνηση σχηματίστηκε με την υπαγόρευση της Δύσης. Το θέμα της Διοίκησης επί των Εθνικών Ενόπλων Δυνάμεων παραμένει ακόμη άλυτο. Κατά τη Συμφωνία του Σχιράτ, η Διοίκηση πρέπει να μεταβιβαστεί στο Προεδρικό Συμβούλιο, αλλά ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και το Κοινοβούλιο που τον υποστηρίζει δεν συμφωνούν με αυτό.

Προς το παρόν, τα γεγονότα μπορεί να ακολουθήσουν μια από τις εξής δύο επιλογές: Η πρώτη είναι να τροποποιηθεί η Συμφωνία του Σχιράτ και ο Καλίφα Χαφτάρ είτε να γίνει ο εγκεκριμένος Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Λιβύης ή ο Υπουργός Αμύνης και η Λιβύη να ενωθεί ειρηνικά κάτω από την κυβέρνηση του F.Sarraj.

Η δεύτερη επιλογή είναι να διαλυθεί η τρέχουσα κυβέρνηση, να πεταχτεί στα σκουπίδια η Συμφωνία Σχιράτ και ο Στρατηγός Χαφτάρ, βασιζόμενος στις εξασφαλισμένες νίκες του (όπως ο έλεγχος της Κυρηναϊκής, των κυρίων πετρελαιοπηγών και των τερματικών της χώρας) να επεκτείνει τον έλεγχό του σε όλη τη Λιβύη.

Βεβαίως, η πρώτη επιλογή της πολιτικής συμφωνίας είναι προτιμητέα. Εντούτοις, η εφαρμογή της συναντά πολλούς περιορισμούς, επειδή ο Χαφτάρ και ο Σαλέχ που τον υποστηρίζει είναι εναντίον των Ισλαμιστικών ομάδων που κυβερνούν στην Τρίπολη και είναι δυσαρεστημένοι με το Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη έχουν προφανώς επιλεγεί από δυνάμεις του εξωτερικού.

Η στρατιωτική επιλογή δεν έχει αποκλειστεί, επειδή είναι ασαφές ποια πλευρά θα υποστηρίξουν οι δυτικές φυλές της χώρας. Αυτές είναι προφανώς ξένες προς τους Ισλαμιστές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και ακόμη περισσότερο προς το ISIS στη Σύρτη. Παρόλα αυτά, δεν είναι βέβαιο αν [οι φυλές αυτές] θα συμμορφωθούν με το να είναι υπό την εξουσία των ανατολικών φυλών που εκπροσωπούνται από τον Χαφτάρ και τον Σαλέχ. Και η Δύση μπορεί να θεωρήσει ότι στον αγώνα του για την εξουσία, ο Χαφτάρ έχει διασχίσει την «κόκκινη γραμμή» και να εξαπολύσουν μια στρατιωτική επέμβαση που συζητείται για πολύ καιρό στις πρωτεύουσες της Δύσης.

Όμως, στο στάδιο αυτό οι πολιτικοί συμβιβασμοί με τον F.Sarraj φαίνονται πιο ρεαλιστικοί επειδή δίνουν στον στρατηγό την ευκαιρία να κερδίσει χρόνο και να μη δώσει τόπο στη Δύση να αρχίσει μια νέα επέμβαση στη χώρα. Η προσωρινή παράλυση της Δύσης λόγω των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, έχει δώσει στον Χαφτάρ και τους συμμάχους του την ευκαιρία για να επιβάλλουν ειρηνικά τη δική τους λύση στη σημερινή κυβέρνηση.

Πηγή

 

Advertisements