Γιατί ο Τραμπ στοχοποιεί την Κίνα;

Γιατί ο Τραμπ στοχοποιεί την Κίνα;

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του έτους 2016 ήταν η έγερση του οικονομικού εθνικισμού στις ΗΠΑ, κάτι που εκφράστηκε με την εκλογή Τραμπ του οποίου κυρίαρχο προεκλογικό σύνθημα ήταν το «America First».

Η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική των ΗΠΑ των τελευταίων δεκαετιών ήταν βασισμένη στην παγκόσμια υπεροχή του αμερικανικού καπιταλισμού, ένας καπιταλισμός που αναδύθηκε μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτός ο καπιταλισμός είχε και έχει ως πυλώνες το βασισμένο στο δολάριο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα Bretton-Woods, τις παγκόσμιες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ. Σήμερα μετά από δεκαετίες παρατεταμένης παρακμής αυτού του βασικά σιωνιστικού συστήματος, το οποίο στηρίχθηκε και με τους νεοϊμπεριαλιστικούς πολέμους των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, η οικονομική υπεροχή των ΗΠΑ ανήκει στο παρελθόν και ο αμερικανικός καπιταλισμός απειλείται από την άνοδο κυρίως της Κίνας. Αυτή η κατάσταση υπογραμμίζει ριζικά και θεμελιωδώς την στροφή των ΗΠΑ προς τον οικονομικό εθνικισμό, κάτι που ήδη προτίμησε να ασπαστεί η Βρετανία ψηφίζοντας την έξοδο της από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η στροφή προς τον οικονομικό εθνικισμό που ευαγγελίζεται ο Τραμπ φέρνει στο προσκήνιο τις οικονομικές σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και την ασυμμετρία που υφίσταται στο εμπορικό ισοζύγιο μεταξύ των δυο χωρών, μια ασυμμετρία που επηρεάζει θεμελιωδώς την αγορά εργασίας στις ΗΠΑ και την εξαγγελθείσα πολιτική «America First». Σε απλούς αριθμούς αυτή η ασυμμετρία έχει ως εξής: Οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας αγγίζουν τα 500 δισ. δολάρια, με την Κίνα να έχει 400 δισ. πλεόνασμα. Ο Τραμπ κατηγορεί ευθέως την Κίνα ότι αυτό το έλλειμμα βασίζεται σε αθέμιτες εμπορικές και νομισματικές πρακτικές του Πεκίνου.

Η προς το παρόν ρητορική του Τραμπ εναντίον της Κίνας σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές δεν αποκαλύπτει τις άλλες πτυχές της εξωτερικής του πολιτικής με αυτή την χώρα. Σε προεκλογικές του ομιλίες αναφέρθηκε μεν για την αυξανόμενη κινεζική στρατιωτική παρουσία στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, κράτησε όμως ίσες αποστάσεις στην διαμάχη των παράκτιων χωρών αυτής της θαλάσσιας περιοχής. Τόνισε όμως ταυτόχρονα ότι θα αυξήσει την παρουσία του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ στην Ασία και στον Ειρηνικό, προβάλλοντας περισσότερο την περιοχή του Ειρηνικού από αυτήν της Ασίας, κάτι που σημαίνει ότι η νεοιμπεριαλιστική πολιτική «Pivot to Asia» των προκατόχων του μεταβάλλεται σε «Pivot to Pacific» και προάσπιση των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ, κυρίως Ιαπωνία και Νότιος Κορέα, σε αυτή την περιοχή.

Παρ’ όλο που με αυτές τις θέσεις του ο Τραμπ σηματοδοτεί την συνέχιση των δεσμεύσεων των ΗΠΑ προς τους συμμάχους του Ειρηνικού, η προτεραιότητα του όμως φαίνεται να είναι η εσωτερική οικονομία και η εξασφάλιση θέσεων εργασίας για τους Αμερικανούς πολίτες. Όπως εξ άλλου έχει δηλώσει εις εκ των κορυφαίων συνεργατών του, ο Michael Pillsbury, «ο Τραμπ δεν είναι ένας παραδοσιακός πρόεδρος των ΗΠΑ με την έννοια των στρατιωτικών προκλήσεων με την Κίνα. Δεν ενδιαφέρεται τόσο για το διαστημικό πρόγραμμα της Κίνας ή την διαμάχη στην Νότια Θάλασσα της Κίνας, είναι περισσότερο επικεντρωμένος στην δημιουργία θέσεων εργασίας», κάτι που σαφέστατα υπογραμμίζει την επιθετική του στάση στο θέμα των εμπορικών-οικονομικών διευθετήσεων με την Κίνα.

Το Πεκίνο είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να εφαρμόζει τα στρατηγικά του σχέδια στην Νοτιοανατολική Ασία, αλλά θα αποφύγει να ανοίξει νέα μέτωπα αντιπαράθεσης με τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο των ΗΠΑ. Μια σημαντική επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας στην πρώτη φάση της προεδρίας Τραμπ μπορεί ως εκ τούτου να αποφευχθεί, καθ’ όσον η αντίδραση της Κίνας στην πολιτική Τραμπ «America First» πιθανότατα το πρώτο διάστημα θα είναι υποτονική, χωρίς αυτή η αρχική ανοχή να θεωρείται δεδομένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς η οικονομική στρατηγική του Τραμπ εμφανώς και θα επηρεάσει τα οικονομικά συμφέροντα του Πεκίνου.

Γ. Λιναρδής

Advertisements