Η Μουσουλμανική εξωτερική επιρροή στις ΗΠΑ: Μια πραγματική απειλή

https://s3-us-west-2.amazonaws.com/vdare-live/wp-content/uploads/2017/03/03231346/huma.jpg

Στην εικόνα, ο Πρόεδρος Μπαράκ Χουσεΐν Ομπάμα συνομιλεί με τη βοηθό της Χίλαρι Κλίντον (και φημολογούμενη πράκτορα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας) Χούμα Αμπεντίν

Πρόκειται για ειρωνεία της τύχης ότι οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, αντί να αφυπνίσουν τη Δύση  ως προς την απειλή του Ισλάμ, την έφεραν πιο κοντά στην υποταγή. Το βιβλίο «Μη Βλέπεις Καμία Σαρία»,  είναι μια αναδρομή στο πώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει σταδιακά μετατοπίσει το επίκεντρο της προσοχής της από την προστασία των Αμερικανών  από την Ισλαμική τρομοκρατία στην προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, ακόμη και των πληγωμένων συναισθημάτων των Μουσουλμάνων. Η μετατόπιση αυτή ήταν εφικτή από την επιτυχία  της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και των συμμάχων τους στην υπονόμευση των υψηλοτέρων κλιμακίων της κυβέρνησής μας.

Η οργανωμένη δραστηριότητα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στις ΗΠΑ πάει πίσω στην ίδρυση, το 1963, του Συλλόγου Μουσουλμάνων Φοιτητών. Ακόμη και σήμερα  ενεργός, ο σύλλογος αυτός προχώρησε στην οργάνωση του Ισλαμικού Ιδρύματος Βορείου Αμερικής (North American Islamic Trust, NAIC, ιδρυθέντος το 1973) και του Ισλαμικού Συνδέσμου Βορείου Αμερικής  (ISNA, ιδρυθέντος το 1981). Οι οργανισμοί αυτοί παρέμειναν μακριά από τη δημοσιότητα μέχρι τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Λιγότερο από δύο μήνες μετά τις επιθέσεις αυτές, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ χαρακτήρισε ως τρομοκρατική οργάνωση μια Μουσουλμανική φιλανθρωπική οργάνωση ονόματι  «Ίδρυμα των Ιερών Τόπων για την Αρωγή και την Ανάπτυξη (Holy Land Foundation for Relief and Development, HLF), κατηγορώντας την ότι είχε «χορηγήσει εκατομμύρια δολάρια σε υλικοτεχνική υποστήριξη σε μια άλλη επίσης τρομοκρατική οργάνωση, τη Χαμάς.» [Δήλωση του Γραμματέα Πωλ Ο’Νήλ για το πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων της Χαμάς, 4 Δεκεμβρίου 2001]. Το 2004, η HLF και πέντε διευθυντές της καταδικάστηκαν σε αυτό που έγινε η μεγαλύτερη δίκη χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στην ιστορία των ΗΠΑ. Οι προαναφερθείσες οργανώσεις NAIC και ISNA ήταν μεταξύ των οργανισμών που κατηγορήθηκαν ως συνωμότες στη δίκη αυτή.

Η δίκη της HLF ήταν αξιοσημείωτη για τις τρομακτικές αποκαλύψεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της δίκης και που περιελάμβαναν:

  1. Ένα μυστικό έγγραφο  [ βλ. εδώ σε PDF] γραμμένο από έναν κορυφαίο πράκτορα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που αποκάλυπτε τη στρατηγική του οργανισμού για το πώς να «κασταστραφεί ο Δυτικός Πολιτισμός εκ των έσω».
  2. Λεπτομέρειες μιας συνεδρίασης το 1993 της Επιτροπής για την Παλαιστίνη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Φιλαδέλφεια, όπου οι συμμετέχοντες συζήτησαν την πιθανότητα να υποστηρίξουν τη Χαμάς στην αποστολή της να δημιουργήσει κράτος σε όλη την Παλαιστίνη (περιλαμβανομένου και του σημερινού Ισραήλ) υπό την πρόφαση της μη πολιτικής, ανθρωπιστικής δραστηριότητας.

Στις 24 Νοεμβρίου 2008, ενώ ο Μπαράκ Ομπάμα ήδη ήταν εκλεγμένος πρόεδρος, το Υπουργείο Δικαιοσύνης εξασφάλισε 108 καταδίκες ενόχου εναντίον και των πέντε κατηγορουμένων στη δίκη της HLF. Στην ανακοίνωση τύπου που ακολούθησε τις καταδίκες, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Πάτρικ Ρόουαν είπε «Η καταδίκη αυτή δείχνει την αποφασιστικότητά μας να εξασφαλίσουμε ότι οι ανθρωπιστικές προσπάθειες δεν χρησιμοποιούνται ως μηχανισμός να για τη μεταμφίεση και την υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων.» Όπως παρατηρούν οι συγγραφείς, «αυτή η αποφασιστικότητα υποτίθεται ότι θα οδηγούσε τουλάχιστον κάποιες από τις οργανώσεις που είχαν αποδεδειγμένους δεσμούς με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα να κατηγορηθούν επίσης, καθώς στη δίκη θεωρήθηκαν συνωμότες χωρίς όμως να καταδικαστούν»

Αυτές περιελάμβαναν, εκτός από τις NAIC και ISNA, το Συμβούλιο Αμερικανικών Ισλαμικών Σχέσεων (CAIR, ιδρυθέν το 1994).

Αλλά καμία τέτοια κατηγορία δεν απευθύνθηκε. Ο Γενικός Εισαγγελέας Έρικ Χόλντερ αντιμετώπισε δύο φορές επίμονες ερωτήσεις για το θέμα αυτό  αλλά απέφυγε να δώσει ξεκάθαρη απάντηση και τις δύο φορές.

Οι Μουσουλμάνοι ακτιβιστές επίσης κατάφεραν σημαντική επιτυχία όσον αφορά την αποδοχή από τον μη Μουσουλμανικό κόσμο νόμων σχετικά με τη βλασφημία κάτω από το σύνθημα της καταπολέμησης της «Ισλαμοφοβίας» και της «δυσφήμισης της θρησκείας».

Το 2007, το Ισλαμικό Συνέδριο των Υπουργών Εξωτερικών χαρακτήρισε την Ισλαμοφοβία τη «χειρότερη μορφή τρομοκρατίας». Την επόμενη χρονιά, ο Οργανισμός Ισλαμικού Συνεδρίου (OIC) ίδρυσε ένα Παρατηρητήριο Ισλαμοφοβίας. Πιο πρόσφατα, ο OIC ξεκίνησε την επονομαζόμενη Διαδικασία της Κωνσταντινούπολης  «για να δημιουργήσει ομοφωνία στην αντιμετώπιση της Ισλαμοφοβίας», μια ομοφωνία που αποσκοπεί να συμπεριλάβει την «ποινικοποίηση της υποτίμησης» [Saudi Gazette, 18 Φεβρουαρίου 2013]. Όπως παρατηρούν οι συγγραφείς, οι χώρες του OIC ήδη έχουν νόμους περί βλασφημίας, και επομένως η διεθνής ομοφωνία που επιζητούν προφανώς αναφέρεται στο να κάνουν αποδεκτούς αυτούς τους νόμους και σε μη Μουσουλμανικές χώρες.

Το 1999, το Πακιστάν παρότρυνε τα Ηνωμένα Έθνη να περάσουν μια απόφαση περί “Δυσφήμισης του Ισλάμ»  βασισμένη στους δικούς της νόμους περί βλασφημίας. Η απόφαση ελήφθη όταν άλλαξε η φρασεολογία για να περιλαμβάνει όλες τις θρησκείες. Μεταξύ 1999 και 2010, πέρασαν πολλές εκδόσεις της απόφασης. Τον Δεκέμβριο του 2015, το κίνημα αυτό έφασε στις αμερικανικές ακτές όταν Δημοκρατικοί Γερουσιαστές εισήγαγαν την Απόφαση της Βουλής 569 που καταδίκαζε «τη βία, τη μισαλλοδοξία, και τη ρητορική μίσους εναντίον των Μουσουλμάνων στις ΗΠΑ.»

Η απόφαση αυτή αγνοεί χαρακτηριστικά τη διαφορά μεταξύ βίαιης συμπεριφοράς εναντίον Μουσουλμάνων (που είναι ήδη παράνομη) και της ρητορικής  «μίσους» και «μισαλλοδοξίας» που προσδιορίζεται μόνον υποκειμενικά.

Επιπλέον, οι Μουσουλμανικές ομάδες απορρίπτουν συνεχώς όλη την κριτική εναντίον του Ισλάμ ως μισαλλοδοξία και μίσος. Σύμφωνα με τον Ισλαμικό νόμο, οποιαδήποτε αντιπολίτευση στην επέκταση του Ισλάμ, ακόμη και καθαρά λεκτική αντιπολίτευση, είναι φιτνάχ δηλαδή μια παράνομη και προκλητική εξέγερση εναντίον του Θεού. Το Κοράνι σαφώς επιτρέπει τη χρήση βίας οποτεδήποτε παρουσιάζεται η φιτνάχ. Αποδεχόμενες την ιδέα της «δυσφήμισης της θρησκείας», οι μη Μουσουλμανικές χώρες ουσιαστικά αποκηρύσσουν την ίδια τους την κυριαρχία και ενεργούν ως εκπρόσωποι του Ισλάμ καταστέλλοντας την φιτνάχ εκτός του Μουσουλμανικού κόσμου.

Ο OIC έχει προειδοποιήσει κυνικά για την «επικινδυνότητα του θέματος» αναφορικά με τους περισσότερους από 200 ανθρώπους που σκοτώθηκαν σε διαδηλώσεις που ακολούθησαν τη διαμάχη με το δανικό σκίτσο. Μάλιστα, σύμφωνα με τους συγγραφείς, ο ίδιος ο OIC συνέβαλε στη διοργάνωση των διαδηλώσεων αυτών.

Ακόμη και όπου οι κυβερνήσεις έχουν απορρίψει την ποινικοποίηση της «δυσφήμισης της θρησκείας», οι εκδότες και τα κοινωνικά δίκτυα έχουν αρχίσει να λογοκρίνουν τους επικριτές του Ισλάμ.

Ήδη υπό την Προεδρία του Τζωρτζ Μπους, η αμερικανική κυβέρνηση άρχισε ένα πρόγραμμα «προσέγγισης» και «διαλόγου» με τους ηγέτες της επονομαζόμενης Μουσουλμανικής κοινότητας με το επιχείρημα ότι θα βοηθήσουν στην ταυτοποίηση των τζιχαντιστών. Από την αρχή μερικοί από αυτούς τους ηγέτες είχαν διασυνδέσεις με την τρομοκρατία. Για παράδειγμα ένας Νιχάντ Αγουάντ, που χρηματοδοτούσε τη Χαμάς, προσεκλήθη σε  μια συνάντηση με τον διευθυντή του FBI μόλις πέντε μήνες μετά την 9-11. Άλλος ένας συμμετέχων στη συνάντηση συνελήφθη την επόμενη χρονιά και σήμερα εκτίει ποινή 17 ετών για τρομοκρατία.

Τέτοιες προσπάθειες προσέγγισης  ενισχύθηκαν σημαντικά  υπό τον Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, που  κάποτε είπε «Μέρος της ευθύνης μου ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι να καταπολεμήσω τα αρνητικά στερεότυπα εναντίον του Ισλάμ» [Η ομιλία στο Κάϊρο, 4 Ιουνίου 2009]. Κατά τη θητεία του, εκπρόσωποι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, περιλαμβανομένων και προσώπων που χαρακτηρίστηκαν συνωμότες στη δίκη της HLF, είχαν ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής ασφαλείας των ΗΠΑ.

Η πρακτική επίδραση της επιρροής τους ήταν να συσκοτίσει και να προστατέψει τις δραστηριότητες των ακραίων Μουσουλμάνων ανάμεσά μας και να παραλύσουν την ικανότητα της Αμερικής να αμύνεται εναντίον της τζιχάντ.

Η Κυβέρνηση Ομπάμα  απέρριψε όλες τις αναφορές στον «Πόλεμο εναντίον της Τρομοκρατίας» χάριν ενός νέου συνθήματος: “Αντιμετωπίζοντας τον Βίαιο Εξτερμισμό (CVE). Η στρατηγική CVE αποφεύγει κάθε αναφορά στον ρόλο του  Ισλαμικού δόγματος,  του νόμου και των γραφών στην εμφύσηση της βίαιης τζιχάντ εναντίον της Αμερικής. Επίσης εκλογικεύει την κατανομή πόρων από την αντιμετώπιση της τζιχάντ στην επικέντρωση σε άλλες ομάδες που λέγεται ότι είναι εξίσου ή περισσότερο επικίνδυνες, περιλαμβανομένων και των «Συνταγματιστών», των βετεράνων, των ακτιβιστών του Κόμματος του Τσαγιού, αυτών που είναι αντίθετοι με τις αμβλώσεις και των οπλοκατόχων.

Ομάδες κρούσης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας έχουν σχηματίσει με αριστερές οργανώσεις όπως το ACLU και το SPLC αυτό που οι συγγραφείς αποκαλούν «Κόκκινο-Πράσινο Άξονα» [Βλ. εδώ σε PDF]  για να πιέσουν την κυβέρνηση, εν μέρει μέσω μηνύσεων, να σταματήσει τις έρευνες και την παρακολούθηση των Τζαμιών με γνωστούς και ύποπτους δεσμούς με τρομοκράτες, όλα στο όνομα της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων των Μουσουλμάνων. Επίσης, έχουν δημοσίως πιέσει πολιτικά το Υπουργείο Δικαιοσύνης για μειώσεις προϋπολογισμού προς αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και για μια νομική δήλωση ότι η κριτική των πολιτών των ΗΠΑ εναντίον του Ισλάμ αποτελεί «ρατσιστική διάκριση.»

Δύσκολα διαφωνεί κανείς με το συμπέρασμα των συγγραφέων ότι «οι εχθρικοί αλλοεθνείς και οι συνοδοιπόροι τους εδώ χρησιμοποιούν τα Κοινωνικά Δικαιώματα και τις Κοινωνικές Ελευθερίες μας για να καταστρέψουν τη χώρα μας.»

Εν μέρει λόγω τις επιμονής αυτού του Κόκκινου-Πράσινου Άξονα, η κυβέρνηση Ομπάμα προέβη στην απάλειψη πληροφοριών που θεωρούνται «προσβλητικές για τους Μουσουλμάνους» από τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια εκπαίδευσης κάθε μεγάλης υπηρεσίας ασφαλείας των ΗΠΑ το 2011. Για παράδειγμα, το FBI, απέρριψε 876 σελίδες και 392 παρουσιάσεις. Το αν το υποτιθέμενα προσβλητικό υλικό ήταν σωστό ή όχι φαίνεται ότι δεν έπαιξε ρόλο στην απόφαση απόσυρσής του. Οι Μουσουλμανικές ομάδες έχουν απαιτήσει την τιμωρία των υπευθύνων για το υλικό αυτό.

https://www.vdare.com/wp-content/uploads/2015/08/future-must-not-belong-to-those-who-slander-prophet-islam-mohammad-barack-hussein-obama-muslim1-300x188.jpg

[Στην ανωτέρω φωτογραφία, ο Πρόεδρος Μπαράκ Χουσεΐν Ομπάμα και τα λόγια του: «Το μέλλον δεν πρέπει να ανήκει σε αυτούς που δυσφημούν τον προφήτη του Ισλάμ.»]

Οι κρατικοί πράκτορες τώρα διδάσκονται ότι «καμία έρευνα ή συλλογή πληροφοριών δεν μπορεί να βασιστεί μόνον στην εθνικότητα εκπόρευσης ή τη θρησκευτική σύνδεση» και ότι «η θρησκευτική έκφραση και η υποστήριξη πολιτικών ή ιδεολογικών απόψεων είναι δραστηριότητες που προστεύονται από το σύνταγμα.»

Αλλά όπως παρατηρούν οι συγγραφείς, δύο πιο προφανή σημάδια της Ισλαμικής τρομοκρατίας είναι «προσκόλληση στη Σαρία και ενδιαφέρον στην τζιχάντ την οποία αυτή επιτάσσει.» Αν απαγορευτεί η επικέντρωση στα δύο αυτά σημάδια, τότε οι πράκτορες δεν θα μπορούν να δράσουν στο ιδεολογικό στάδιο της τζιχάντ, δηλαδή, πριν συμβούν οι βίαιες επιθέσεις.

Έχουν ήδη σκοτωθεί άνθρωποι από αυτές τις ανοησίες. Μετά την  σφαγή του Σαν Μπερναντίνο,  οι γείτοντες των δολοφόνων  είπαν στις αρχές  ότι ανησυχούσαν για πολύν καιρό για τη συμπεριφορά του ζευγαριού, αλλά απεφευγαν να προειδοποιήσουν κανέναν από φόβο μην κατηγορηθούν για “διακρίσεις.”

Το βιβλίο Μη Βλέπεις Καμία Σαρία αποτελεί μια συντριπτική έκθεση για το πώς η κυβέρνησή μας έχει θέσει την Πολιτική Ορθότητα πάνω από τις αμερικανικές ζωές. Καθώς η πολιτική τάξη μαίνεται εναντίον της υποτιθέμενης επιρροής της Ρωσίας , είναι χρήσιμο να λάβει μια υπενθύμιση για το ποιος πράγματι υπονομεύει την κυβέρνησή μας και ποιος πράγματι αποτελεί τον εχθρό ανάμεσά μας.

Η Ισλαμική συνωμοσία να ανατραπεί το Σύνταγμά μας και οι παραδοσιακές μας ελευθερίες είναι πραγματικότητα και δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.

Martin Witkerk (ανεξάρτητος φιλόσοφος)

Πηγή

 

Advertisements