Πολιτικές επεξηγήσεις για την πυραυλική επίθεση των ΗΠΑ στην Συρία

Πολιτικές επεξηγήσεις για την πυραυλική επίθεση των ΗΠΑ στην Συρία

Εν προοιμίω θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ουδείς νοήμων αναλυτής πιστεύει ότι ο Άσαντ ή κάποιος από την κυβέρνηση του διέταξε ή ευθύνεται για την επίθεση με τα χημικά στην πόλη Χαν Σαϊχούν της επαρχίας Ιντλίμπ. Για να γίνει κάτι τέτοιο πιστευτό θα πρέπει να μην αποδεχθούμε ότι α) ο Άσαντ κατατροπώνει τους ισλαμοσυμμορίτες, ότι β) οι ισλαμοσυμμορίτες ηττήθηκαν κατά κράτος στην Συρία και να δεχθούμε ότι α) ο Άσαντ χρησιμοποίησε χημικά όπλα μη έχοντας πλέον στο οπλοστάσιο του συμβατικά τα οποία θα είχαν και μεγαλύτερη καταστροφική ισχύ και ότι β) ο Άσαντ βομβάρδισε με χημικά μια περιοχή άνευ στρατηγικής σημασίας για να εξωθήσει τις ΗΠΑ να επιτεθούν με πυραύλους Tomahawk εναντίον της χώρας του, αναπτερώνοντας έτσι τα σχέδια του διεθνούς Σιωνισμού.

Ο Τραμπ που διέταξε την πυραυλική επίθεση προφανώς και επηρεάστηκε από τις μυστικές του υπηρεσίες και το βαθύ σιωνιστικό κράτος της Ουάσιγκτον. Με την επίθεση αυτή ο Τραμπ κατόρθωσε να τον εξυμνούν οι μέχρι πρότινος αντίπαλοι του, τα σιωνιστικά ΜΜΕ και το Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ ουδείς πλέον τον αποκαλεί «μαριονέτα του Πούτιν» και το αμερικανικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα άρχισε πάλι να ονειρεύεται ημέρες δόξας. Ο Τραμπ με την επίθεση στην Συρία κατόρθωσε το ακατόρθωτο, τουτέστιν αυτοί που τον μισούσαν (Ολάντ, Μέρκελ, Γιούνκερ και το λοιπό σιωνιστικό θέατρο) να τον ζητωκραυγάζουν, ενώ αυτοί που τον υποστήριζαν άρχισαν να τον μισούν.

Όμως η επίθεση έχει και κάποιες άλλες αρνητικές επιπτώσεις. Το κυριότερο είναι ότι θέτει σε κίνδυνο την συνεργασία με την Ρωσία που είχε αρχίσει να διαφαίνεται μετά την εκλογή του Τραμπ. Εφόσον δεν υπάρξει άμεσα ομαλοποίηση των σχέσεων και διόρθωση πορείας τότε είναι βέβαιο ότι η Ρωσία θα σκληρύνει την στάση της στην Μέση Ανατολή και Ανατολική Μεσόγειο, τουτέστιν η εξωτερική πολιτική της Μόσχας θα επιστρέψει στην εποχή Ομπάμα. Πιθανώς ο Τραμπ με την επίθεση, πέραν της εσωτερικής κατανάλωσης, να θέλησε να στείλει ένα μήνυμα όχι τόσο προς την Συρία και τον Άσαντ, αλλά προς την Κίνα και την Βόρειο Κορέα. Όμως αυτό το μήνυμα εκνεύρισε την Ρωσία και τους συμμάχους της, πρωτίστως το Ιράν, και έφερε ακόμη πιο κοντά την Μόσχα και το Πεκίνο.

Εξ αντικειμένου μετά την «false flag» επίθεση των ΗΠΑ παραμονεύει ο κίνδυνος να πάψει η Ρωσία να δρα ως μια υπερδύναμη που επιζητεί να αποκλιμακώνει τις διεθνείς εντάσεις, όπως έπραξε με την Τουρκία και την Ουκρανία, καθώς θα έχει αποδειχθεί ότι αυτή η στάση της εκλαμβάνεται από την Δύση ως σημάδι αδυναμίας και υποχωρητικότητας, μπορεί να πάψει η εξωτερική της πολιτική να βασίζεται στην διπλωματία και στις διαπραγματεύσεις και να εξαρτάται περισσότερο από την στρατιωτική της ισχύ και ανωτερότητα.

Ο κόσμος βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής, σε μια λεπτή γραμμή μεταξύ συνεργασίας και ρήξης των δυο υπερδυνάμεων. Ο Τραμπ νόμισε ότι με την απροσδιόριστη πολιτικά επίθεση στην Συρία θα δάμαζε τους εσωτερικούς του αντιπάλους, ενώ ταυτόχρονα θα εξέπεμπε και ένα μήνυμα ισχύος και αποφασιστικότητας προς την Κίνα και την σύμμαχο της Βόρειο Κορέα. Στο πρώτο σκέλος ίσως πέτυχε προσωρινά στο δεύτερο απέτυχε και το μόνο που κατάφερε είναι να θέσει σε κίνδυνο την διαφαινόμενη ομαλοποίηση των σχέσεων με την Ρωσία.

Ο Τραμπ αν συνεχίσει να βαδίζει τον ολισθηρό δρόμο που χάραξε για αυτόν το βαθύ σιωνιστικό κράτος, το μόνο που θα καταφέρει θα είναι η επιτάχυνση της επερχόμενης κατάρρευσης της Δύσης.

Γ. Λιναρδής

Advertisements