Απειλές προς το Ιράν από την Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ

Σαουδική Αραβία και Ισραήλ απειλούν το Ιράν

Τις τελευταίες ημέρες ένας απροσδόκητος πόλεμος ανακοινώσεων έχει ξεσπάσει μεταξύ Ριάντ και Τεχεράνης με αξιωματούχους των δυο χωρών να αλληλοαπειλούν με στρατιωτικές ενέργειες και αφανισμό. Την αρχή έκανε εις εκ των διαδόχων του θρόνου της βασιλικής δικτατορίας, ο πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος σε συνέντευξη του δήλωσε ότι η χώρα του θα προστατεύσει τον μουσουλμανικό κόσμο από τις προσπάθειες που καταβάλλει η Τεχεράνη να κυριαρχήσει επ’ αυτού. Τόνισε μάλιστα ότι «η Σαουδική Αραβία δεν θα περιμένει να φτάσει ο πόλεμος στο έδαφος της, αλλά θα ενεργήσει ώστε αυτός ο πόλεμος να διεξαχθεί επί του ιρανικού εδάφους». Η Τεχεράνη δεν άφησε βέβαια αναπάντητη την σαουδαραβική πρόκληση και μέσω του υπουργού Άμυνας Χοσέιν Ντεχγκάν δήλωσε ότι «εάν οι Σαουδάραβες προκαλέσουν τότε θα αφανίσουμε την χώρα τους με εξαίρεση τους ιερούς τόπους Μεδίνα και Μέκκα».

Το Ισραήλ μπήκε στο χορό των ανακοινώσεων και μέσω διπλωματικών του πηγών διέρρευσε ότι θα υποστηρίξει την Σαουδική Αραβία σε περίπτωση που δεχθεί επίθεση από το Ιράν. Η σύμπλευση και η συμμαχία της βασιλικής δικτατορίας της Σαουδικής Αραβίας με το ρατσιστικό κράτος του Ισραήλ εξ άλλου είναι γνωστή, μια σύμπλευση που έγινε σε όλους ορατή μετά την υποστήριξη που παρείχαν οι δυο αυτές χώρες στους τζιχαντιστές που αιματοκύλισαν την Μέση Ανατολή, μια υποστήριξη που ανταπέδωσαν οι τρομοκράτες σουνίτες-βαχαμπιστές εξαιρώντας από τις τρομοκρατικές επιθέσεις τους στόχους ισραηλινών συμφερόντων.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν ο πόλεμος αυτός των δηλώσεων και ανακοινώσεων αποτελεί το πρελούδιο για μια σοβαρή κλιμάκωση στην Αραβική Χερσόνησο η οποία θα ηδύνατο να  προκύψει από τις σφαίρες επιρροής Μόσχας και Τεχεράνης και από την εισβολή της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη ή είναι απλώς μια ανταλλαγή λεκτικών πυροτεχνημάτων, κάτι για το οποίο μας έχουν συνηθίσει τα τελευταία χρόνια οι δυο χώρες.

Ο δυναμικός άξονας που δημιουργήθηκε μετά το 2011 μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης, η στρατιωτική και οικονομική συνεργασία των δυο χωρών έχει επιπτώσεις πέραν της Συρίας και του Ιράκ σε όλη την Μέση Ανατολή και δημιουργεί σφαίρες επιρροής με ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες και προεκτάσεις. Τα βαθύτερα αίτια της κρίσης στις σχέσεις Τεχεράνης-Ριάντ ουδόλως έχουν να κάνουν βέβαια με την θρησκευτική αντιπαλότητα μεταξύ μουσουλμάνων σιιτών και σουνιτών, αυτή η αντιπαλότητα αποτελεί απλώς το πρόσχημα για την γεωστρατηγική σύγκρουση που μαίνεται στην Αραβική Χερσόνησο και στην οποία το Ιράν φαίνεται ότι κερδίζει έδαφος, ιδιαίτερα μετά την υποστήριξη που παρείχε στις νόμιμες κυβερνήσεις της Δαμασκού και Βαγδάτης για να ανταπεξέλθουν του συμμοριτοπολέμου που είχαν εξαπολύσει οι ισλαμοσυμμορίτες και οι γνωστοί χορηγοί τους.

Το Ιράν με την στρατιωτική και πολιτική βοήθεια που παρείχε όλα αυτά τα χρόνια στην Δαμασκό και στην Βαγδάτη ενίσχυσε το ρόλο του στην Μέση Ανατολή, κάτι για το οποίο η Μόσχα δεν είχε επιφυλάξεις. Η Μόσχα έχει συνειδητοποιήσει ότι το Ιράν που ηγείται γεωπολιτικά του σιιτικού τόξου της Μέσης Ανατολής και της Αραβικής Χερσονήσου δεν δημιουργεί πρόβλημα στην Ρωσία, τουναντίον εξυπηρετεί τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή ενώ ταυτόχρονα δρα ως εξισορροπητική δύναμη στον σουνιτικό πληθυσμό των μουσουλμανικών επαρχιών της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Μετά την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και την άρση των οικονομικών κυρώσεων που του είχαν επιβληθεί σύμφωνα με το ψήφισμα 1696 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ από το έτος 2006, η Τεχεράνη αναμένεται να κυριαρχήσει ως οικονομική, αλλά και στρατιωτική, δύναμη στην Αραβική Χερσόνησο, δημιουργώντας το αντίπαλο δέος προς την σουνιτική-βαχαμπιστική Σαουδική Αραβία και το ρατσιστικό Ισραήλ. Υπενθυμίζουμε ότι η άρση των οικονομικών κυρώσεων συμπεριλαμβάνει και την πλήρη ακύρωση της απαγόρευσης πώλησης και αγοράς οπλικών συστημάτων. Οι εξελίξεις λοιπόν, οικονομικές και στρατηγικές, που προδιαγράφονται θα έχουν παγκόσμιες επιπτώσεις και εννοείται ότι θα αλλάξουν το τοπίο στην Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα μετά την απόλυτη αποτυχία της αμερικανικής πολιτικής στην Μέση Ανατολή, μια πολιτική που είχε ως στόχο τον κατακερματισμό της Συρίας και του Ιράκ με όπλο τους μισθοφόρους του Ισλαμικού Κράτους. Με δεδομένο τις διπλωματικές και στρατιωτικές επιτυχίες της Ρωσίας και του Ιράν, δημιουργούνται νέα γεωπολιτικά δεδομένα που αναθεωρούν εκ θεμελίων την ικανότητα του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας του ΝΑΤΟ και του βαθέως σιωνιστικού κράτους της Ουάσιγκτον να δρουν ανενόχλητα στην περιοχή.

Έτσι στην Μέση Ανατολή δημιουργούνται προοπτικές νέων συμμαχιών και στρατηγικών εξελίξεων στις οποίες το Ιράν μαζί με την Ρωσία αλλά και την Κίνα θα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο και οι οποίες δεν πρέπει να αγνοηθούν και να υποτιμηθούν. Είναι προφανής η δημιουργία ενός στρατηγικού άξονα Ρωσίας-Κίνας-Ιράν που συμπεριλαμβάνει την Συρία και πιθανώς την Αίγυπτο. Τα ιρανικά στρατηγικά συμφέροντα συγκλίνουν περαιτέρω και τάχιστα με αυτά της Ρωσίας και της Κίνας και είναι βέβαιο ότι η Τεχεράνη θα χρησιμοποιήσει τις αμυντικές της συμφωνίες με την Ρωσία και την Κίνα ως οικονομική και στρατηγική σφήνα στα σχέδια των ΗΠΑ-Ισραήλ-Σαουδικής Αραβίας στην περιοχή.

Ο πόλεμος ανακοινώσεων λοιπόν μεταξύ Ριάντ και Τεχεράνης μπορεί να μην παραμείνει σε λεκτικό επίπεδο, αλλά δύναται να εξελιχθεί σε βίαιη αντιπαράθεση.

Γ. Λιναρδής

Advertisements