Το Μεσανατολικό ΝΑΤΟ

https://i2.wp.com/katehon.com/sites/default/files/styles/medium/public/image-1_0.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλτ Τραμπ, σκοπεύει να θέσει εκ νέου σε εφαρμογή σχέδιο για τη δημιουργία της αραβικής έκδοσης του ΝΑΤΟ. Η ιδέα του «αραβικού ΝΑΤΟ» έχει προωθηθεί έντονα από τη Σαουδική Αραβία και έχει συζητηθεί σε διάφορα επίπεδα για πολλά χρόνια. Όμως, μόνον συνομιλίες έχουν υπάρξει έως τώρα, δεδομένου ότι οι Άραβες δεν συνηθίζουν να συμφωνούν μεταξύ τους τόσο εύκολα και ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν στηρίξει την ιδέα αυτή στο παρελθόν.

Επιχειρηματικό σχέδιο

Εν τούτοις, ο Τραμπ αποφάσισε να ενεργήσει ως επιχειρηματίας και να δημιουργήσει ένα ισχυρό οικονομικό υπόβαθρο για το σχέδιο αυτό και ως αντάλλαγμα για τη βοήθειά του να δημιουργηθεί το “αραβικό ΝΑΤΟ», υπέγραψε τη μεγαλύτερη συμφωνία του 21ου αιώνα με τους Σαουδάραβες για την πώληση αμερικανικών όπλων.

Η συμφωνία αρχικά είναι ύψους 110 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την προοπτική να αυξηθεί στα 350 δισεκατομμύρια σε βάθος δεκαετίας.

Σύμφωνα με τον αμερικανικό τύπο, οι διαπραγματεύσεις έγιναν από τον γαμπρό του Αμερικανού προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ, με τον αναπληρωτή πρίγκηπα της Σαουδικής Αραβίας Μωχάμετ μπιν Σαλμάν Αλ Σαούντ. Το αμερικανικό όφελος είναι σαφές διότι η πολεμική βιομηχανία των ΗΠΑ θα έχει τεράστιες παραγγελίες για πολλά χρόνια. Η Σαουδική Αραβία με τη βοήθεια αυτή μπορεί να δημιουργήσει έναν συνασπισμό Σουννιτικών χωρών που μπορεί να δημιουργήσει μια βάση ενός οργανισμού όπως το ΝΑΤΟ και προφανώς θα διοικεί αυτόν τον συνασπισμό και θα ισχυροποιήσει τη θέση της σε μια ατέρμονα σύγκρουση με το Ιράν.

Λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι τιμές των υδρογονανθράκων και τον μακρό πόλεμο στην Υεμένη, βλέπουμε ότι το Ριάντ δεν έχει πολλές πιθανότητες για την επιτυχία τέτοιου σχεδίου.

Ο πόλεμος στην Υεμένη ως καθρέπτης του «Αραβικού ΝΑΤΟ»

Επιπλέον ένα δυνητικό «Μεσανατολικό ΝΑΤΟ» προβλέπεται να περιλαμβάνει την Αίγυπτο, την Ιορδανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ίσως άλλες μοναρχίες του Περσικού Κόλπου. Και εκεί είναι που αρχίζουν αμέσως τα προβλήματα.

Η όλη ιστορία της Μέσης Ανατολής δείχνει ότι οι αραβικές χώρες δεν μπορούν να ενεργήσουν ως ενιαίο μέτωπο. Οι ηγέτες τους δεν συμφωνούν μεταξύ τους και οι προσωπικές τους φιλοδοξίες και περιορισμένοι στόχοι υπερέχουν μιας «κοινής ιδέας». Για τον λόγο αυτόν, μια τέτοια ένωση μπορεί να ισχύει μόνο τυπικά και δεν θα μπορεί να ενεργήσει όπως το ΝΑΤΟ που έχει ένα αυστηρό κέντρο ελέγχου στην Ουάσιγκτον και όχι στις Βρυξέλλες.

Το βλέπουμε ξεκάθαρα αν κοιτάξουμε πώς ο διεθνής συνασπισμός των αραβικών χωρών λειτουργεί υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη όπου ο πόλεμος έχει φτάσει σε στρατηγικό αδιέξοδο. Πρωτίστως, αυτό συνέβη λόγω των αντιφάσεων μεταξύ των συμμάχων.

Ο πυρήνας του στρατιωτικού συνασπισμού, που μάχεται μαζί με τους ακολούθους του ανατραπέντος προέδρου Αμπντραμπούχ Μανσούρ Χαντί εναντίον των Σιιτών επαναστατών, των Χούθι, συνίσταται από τη Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ, το Κατάρ, το Μπαχρέιν, και το Κουβέιτ και υποστηρίζεται επίσης από την Αίγυπτο, το Σουδάν το Μαρόκο και την Ιορδανία. Η Σαουδική Αραβία ζήτησε από το Πακιστάν να βοηθήσει αλλά το κοινοβούλιο της χώρας αρνήθηκε τη συμμετοχή του πακιστανικού στρατού στον πόλεμο της Υεμένης.

Επίσης, λίγο πριν την εισβολή στην Υεμένη, ο Αραβικός Σύνδεσμος συμφώνησε να δημιουργήσει Ενωμένες Στρατιωτικές Δυνάμεις έως 40 χιλιάδων ανδρών μαζί με την αεροπορία τους, το ναυτικό τους και τα τεθωρακισμένα τους. Αλλά αμέσως το ξέχασε.

Μάλιστα, μόνον η Σαουδική Αραβία (με δύναμη 3,5 χιλιάδων στρατιωτικών και 6,5 χιλιάδων προσωπικού) και τα ΗΑΕ (με 2 χιλιάδες στρατιωτικούς) διεξάγουν τον πόλεμο, αλλά συγκρούονται μεταξύ τους από καιρού εις καιρόν λόγω των στρατηγικών που χρησιμοποιούνται στον πόλεμο και τους στόχους του. Τα ΗΑΕ είναι απασχολημένα με τον πόλεμο εναντίον των τρομοκρατών της Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο και του ISIS. Όσο για τους Σαουδάραβες, προτιμούν να μην ασχολούνται με τους τρομοκράτες αλλά να πολεμούν εναντίον των Χούθι που τους θεωρούν προστατευόμενους της Τεχεράνης, αν και ανακοινώνουν ότι πολεμούν την Αλ Κάιντα και τον ISIS.

Η Αίγυπτος, που έχει τον πιο πολυάριθμο και καλύτερα εξοπλισμένο στρατό στη συμμαχία αυτή, απέφυγε να πολεμήσει στην Υεμένη και προτίμησε να παρέχει βοηθητική υποστήριξη στέλνοντας πολεμικά πλοία στην ακτή της Υεμένης. Όταν η αιγυπτιακή κυβέρνηση δήλωσε ότι σκόπευε να βοηθήσει τη Ρωσία και τη Συρία στην παροχή ειρηνευτικών επιχειρήσεων στο Χαλέπι, προκάλεσε πόλεμο πετρελαίου μεταξύ Ριάντ και Καΐρου. Οι Σαουδάραβες διέκοψαν τη διανομή προϊόντων πετρελαίου στην Αίγυπτο για μια περίοδο.

Η αποτυχία του «ΝΑΤΟ του Περσικού Κόλπου»

Χρησιμοποιώντας τη συμβουλή του Ριάντ, το Συμβούλιο Συνεργασίας των Αραβικών Χωρών του Κόλπου (GCC) άρχισε να αναδιοργανώνει αυτόν τον οικονομικό οργανισμό σε στρατιωτική δομή πριν από τρία χρόνια, πράγμα που περιελάμβανε έξι χώρες του Κόλπου, την Αίγυπτο, την Ιορδανία και το Μαρόκο.

Το GCC απαρτίζεται από τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Ομάν. Επιπλέον, οι «μικρές χώρες» πάντα αμφισβητούν το θέμα της κυριαρχίας της Σαουδικής Αραβίας στο Συμβούλιο Συνεργασίας.

Οι μοναρχίες του Περσικού Κόλπου νόμιζαν ότι σε περίπτωση που έπρεπε να αντιμετωπίσουν «χρωματιστές επαναστάσεις», θα μπορούσαν να στηριχθούν στον στρατό των συμμάχων τους που αποτελείται από 300 χιλιάδες μαχητές που είναι καλύτερα εκπαιδευμένοι από τους μαχητές των στρατών του GCC. Σε αντάλλαγμα, θα έδιδαν οικονομική βοήθεια στις χώρες που παρείχαν τους στρατιώτες.

Αλλά η ιδέα αυτή απέτυχε λόγω των αντιφάσεων μεταξύ Αιγύπτου και Καΐρου. Η Ντόχα δεν αποδέχθηκε την ισχύ του στρατού στο Κάιρο και ανακοίνωσε ότι η ανατροπή του Ισλαμιστή προέδρου Μωχάμεντ Μόρσι ήταν ένα παράνομο πραξικόπημα. Με τη σειρά της, η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν και τα ΗΑΕ πήραν το μέρος του αιγυπτιακού στρατού. Συνολικά, ως συνήθως, όλοι φιλονικούσαν στη Μέση Ανατολή και το σχέδιο για ένα ΝΑΤΟ του Περσικού Κόλπου απέτυχε.

Ιβάν Κονοβαλώφ

Πηγή: Katehon

 

Advertisements